χωρίς την αγάπη σου, το χαμόγελό σου
και το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ενός
εφιαλτικού κόσμου δίχως αύριο.
Φαντάσου το κείμενο που ακολουθεί
σαν μια σελίδα σχισμένη από το ημερολόγιό μου
σε ένα εναλλακτικό σύμπαν όπου εσύ δεν υπάρχεις,
δεν σ' έχω γνωρίσει και δεν έχουμε αγαπηθεί...
Ένας γκρίζος ήλιος ανέτειλε σ' έναν μαύρο ουρανό
στέλνοντας το χλωμό του φως
σ' έναν κόσμο χαμένο στο ημίφως,
σαν μεθυσμένος που μάταια προσπαθεί
να βρει τον βηματισμό του...
Η πόλη έρημη
αν και ασφυκτικά γεμάτη από ανθρώπους
ξυπνάει σιγά σιγά απ' τον λήθαργό της
μόνο και μόνο για να διαπιστώσει πως είναι παγιδευμένη
σ' έναν εφιάλτη χωρίς τέλος...
Κάπου σε μια απόμερη γωνιά αυτής της αδιάφορης πόλης
ξυπνώ κι εγώ,
ανοίγω τα μάτια μου διστακτικά,
ποιος ξέρει τι θ' αντικρίσω πάλι,
κάθε μέρα είναι χειρότερη από την προηγούμενη
παρόλο που όλες είναι μια ατέλειωτη, κενή επανάληψη,
αλήθεια, πώς γίνεται αυτό,
περίεργο δεν είναι;
Μένω για λίγο στο κρεβάτι
σαν ναυαγός που πιάνεται απελπισμένα
από μια σανίδα μέσα στο αχανές γαλάζιο,
δεν θυμάμαι τι όνειρα με ταλαιπώρησαν τη νύχτα,
αλλά σίγουρα δεν θα ήταν χειρ΄τοερα από τη ζωή μου,
πώς θα μπορούσε να ξεπεράσει ο,τιδήποτε
αυτό το γοτθικό παραλήρημα άρρωστου νου που ζω καθημερινά;
Κάποια στιγμή το παίρνω απόφαση,
τινάζω τα σκεπάσματα σαν ρίψασπις στο πεδίο της μάχης,
κάθε πρωί η ίδια ανόητη τελετουργία
σαν τυπικό λατρείας για μια ξεχασμένη θεότητα,
χωρίς νόημα, χωρίς ελπίδα,
πότε αλήθεια θα το αποδεχτώ,
πότε θα πάψω να κουνάω απεγνωσμένα
τα πιασμένα στον ιστό μέλη μου
και θ' απολαύσω ακίνητος το θέαμα του τέλους μου;
Παίρνω πρωινό, μη με ρωτήσετε τι,
οι κινήσεις μου είναι μηχανικές και το μυαλό μου ταξιδεύει,
δεν βλέπω τι τρώω ή τι πίνω, ούτε καν τα γεύομαι,
κάποτε είχαν όλα απαίσια γεύση,
τώρα δεν έχουν καν γεύση κι αυτό είναι μάλλον χειρότερο,
φαίνεται πως σιγά σιγά χάνω και τα τελευταία ίχνη των αισθήσεών μου,
μετατρέπομαι σε μηχανή που ξυπνά, καταναλώνει, παράγει και κοιμάται
και φυσικά δεν νιώθει,
αυτό ίσως είναι και το καλό του να είσαι μηχανή...
Βγαίνω έξω, ένας ακόμη αριθμός στο τεράστιο πλήθος
που μετακινείται πέρα δώθε σαν σμήνος εντόμων
παγιδευμένο σε μια τεράστια κυψέλη,
φήμες λένε πως την έφτιαξαν οι πρόγονοί μας μα δεν το πιστεύω,
αυτό το έκτρωμαδεν μπορεί να έγινε από ανθρώπινα χέρια,
αυτή η πόλη είναι μια φυλακή,
δεσμώτες και κρατούμενοι έχουν την ίδια μοίρα,
μάτια κενά, πρόσωπα χλωμά και χείλη παγωμένα,
είμαστε νεκροί μα δεν το ξέρουμε,
κανείς δεν μας το είπε
κι έτσι συνεχίζουμε να κάνουμε πως ζούμε...
Πηγαίνω στη δουλειά και βάζω καθημερινά
το δικό μου λιθαράκι στο τείχος που μας περιβάλλει,
μέρος ενός συνόλου που με αγνοεί και το μισώ
μα τι θα ήταν ο κρίκος χωρίς την αλυσίδα ή το αντίθετο,
έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο
κι έτσι αυτή η φαρσοκωμωδία που λέγεται ζωή συνεχίζεται,
θέτω στόχους ν' ανέβω ψηλά και το καταφέρνω
μόνο και μόνο για να διαπιστώσω πως γίνομαι ολοένα και πιο μικρός,
τι φταίει άραγε;
Δεν τον αντέχω άλλο αυτόν τον κόσμο,
θέλω να διασκεδάσω, να ξεχάσω, να πάψω να σκέφτομαι,
να γίνω ένα με το τίποτα
κι είναι φορές που σχεδόν το καταφέρνω
μα λίγο πριν το χαμόγελο της άγνοιας ανθίσει στο πρόσωπό μου
σαν πέτρα πέφτει μια σκέψη στην άδεια λίμνη του μυαλού μου
και στέλνει προς κάθε κατεύθυνση κύματα απόγνωσης.
Ποιο καταραμένο χέρι ρίχνει κάθε φορά αυτή την πέτρα
και με γυρνάει πίσω;
Έρχεται το βράδυ κι επιστρέφω σπίτι
μα τώρα φοβάμαι να πλησιάσω το κρεβάτι,
ξέρω πως αν το κάνω, αν κοιμηθώ,
τότε όλα θ' αρχίσουν πάλι απ' την αρχή, ξανά και ξανά,
ένα αδιάκοπο ταξίδι στη χώρα του πουθενά,
πόσα βράδια έμεινα ξάγρυπνος μήπως και σπάσω αυτή την κατάρα,
μήπως λύσω τα μάγια που μ' έριξαν σε τούτη τη ζωή,
αλλά μάταια,
η ζωή μου είναι ήδη γραμμένη ό,τι κι αν κάνω,
δεν είμαι παρά μια κουκίδα στο βιβλίο της ζωής
κι αν το θελήσει ο συγγραφέας
- είναι άραγε αυτός που κάποιοι αποκαλούν Θεό; -
θα με σβήσει με μια μονοκοντυλιά.
Σβήσε με λοιπόν, με ακούς;
Σβήσε με,
γιατί αυτό που εσύ το λες ζωή
εγώ το λέω θάνατο...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου